στεροπηγερέτα

στεροπηγερέτα
στεροπ - ηγερέτα: (if from ἐγείρω) waker of lightning, (if from ἀγείρω) gatherer of lightning, lightning-compeller, Il. 16.298†.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • στεροπηγερέτα — στεροπηγερέτης masc nom sg (epic) στεροπηγερέτᾱ , στεροπηγερέτης masc nom/voc/acc dual στεροπηγερέτης masc voc sg στεροπηγερέτᾱ , στεροπηγερέτης masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στεροπηγερέτα — ὁ, Α (επικ. τ.) αυτός που συγκεντρώνει τις αστραπές ή αυτός που βάζει σε ενέργεια τις αστραπές («στεροπηγερέτα Ζευς», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι συνθ. με α συνθετικό το ουσ. στεροπή «αστραπή» και β συνθετικό είτε το ρ. ἀγείρω (πρβλ. νεφελ… …   Dictionary of Greek

  • στεροπηγερέταο — στεροπηγερέτᾱο , στεροπηγερέτης masc gen sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”